σάντουιτς

το
άκλ. (λ. αγγλ.), δύο φέτες ψωμί με ένα κομμάτι τυρί ή κρέας ή σαλάμι ανάμεσά τους: Έφαγαν πρόχειρα από ένα σάντουιτς και συνέχισαν τη δουλειά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σάντουιτς — το, Ν άκλ. 1. πρόχειρο έδεσμα που αποτελείται από δύο φέτες ψωμιού αλειμμένες στο εσωτερικό τους με βούτυρο μεταξύ τών οποίων τοποθετείται ζαμπόν, τυρί, ντομάτα, σαλάμι κ.ά. υλικά 2. μτφ. κατασκευή από ξύλο ή μέταλλο με δύο όμοια εξωτερικά… …   Dictionary of Greek

  • Σάντουιτς Νότιες — (South Sandmch Islands). Αρχιπέλαγος (337 τ. χλμ.) του νοτιοδυτικού Ατλαντικού, μεταξύ 56° και 60° νότιου πλάτους και 26° και 28° δυτικού μήκους Γκρήνουιτς. Τα νησιά είναι ηφαιστειογενούς προέλευσης, απόκρημνα και ακατοίκητα· αντιπροσωπεύουν το… …   Dictionary of Greek

  • Ατλαντικός ωκεανός — Θαλάσσια έκταση (106.100.000 τ. χλμ.) ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική και τη Βόρεια και Νότια Αμερική. Ανάμεσα στις ηπειρωτικές μάζες της Ευρώπης και της Αφρικής στα ανατολικά και στα δυτικά της Αμερικής απλώνεται η απέραντη θαλάσσια έκταση… …   Dictionary of Greek

  • Modernes Griechisch — Neugriechisch Gesprochen in Griechenland, Zypern, Albanien, Mazedonien, Türkei, Bulgarien, in isolierten Sprachinseln in Süditalien (Kalabrien und Apulien) und überall dort, wohin Griechen und griechische Zyprer ausgewandert sind (USA, Australien …   Deutsch Wikipedia

  • Neugriechisch — Gesprochen in Griechenland, Zypern, Albanien, Mazedonien, Türkei, Bulgarien, in isolierten Sprachinseln in Süditalien (Kalabrien und Apulien) und überall dort, wohin Griechen und griechische Zyprer ausgewandert sind (USA, Australien …   Deutsch Wikipedia

  • Neugriechische Sprache — Neugriechisch Gesprochen in Griechenland, Zypern, Albanien, Mazedonien, Türkei, Bulgarien, in isolierten Sprachinseln in Süditalien (Kalabrien und Apulien) und überall dort, wohin Griechen und griechische Zyprer ausgewandert sind (USA, Australien …   Deutsch Wikipedia

  • χάμπουργκερ — το, Ν άκλ. 1. το κιμαδοποιημένο βοδινό κρέας 2. πίτα από το παραπάνω κρέας 3. σάντουιτς με αυτήν την πίτα και με ποικίλη γαρνιτούρα 4. είδος βραστού λουκάνικου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. hamburger (steak) < γερμ. Hamburger < Hamburg «Αμβούργο»] …   Dictionary of Greek

  • Ανταρκτική — Επιστημονική ονομασία της ηπειρωτικής περιοχής που είναι γνωστή κυρίως ως Νότιος Πόλος. Εκτείνεται γύρω από τον Νότιο Πόλο, βρίσκεται ολόκληρη Ν του Νότιου Πολικού Κύκλου και περιβάλλεται από τα νότια τμήματα του Ειρηνικού, του Ινδικού και του… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek

  • Γκίνσμπεργκ, Άλεν — (Allen Ginsberg, Νιου Τζέρσεϊ 1926 – 1997).Αμερικανός ποιητής. Ο πατέρας του, Λούις, ήταν επίσης ποιητής και δάσκαλος, ενώ η μητέρα του, Ναόμι, την οποία θρήνησε σε ένα από τα καλύτερα ποιήματα του (Κάντις),ήταν Ρωσίδα μετανάστρια και ενεργό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.